to get out of
Pronunciation
/ɡˈɛt ˌaʊɾəv/

Ορισμός και σημασία του "get out of"στα αγγλικά

to get out of
[phrase form: get]
01

ξεφεύγω από, αποφεύγω

to escape a responsibility
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out of
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get out of
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets out of
ενεστώτα μετοχή
getting out of
απλός αόριστος
got out of
παθητική μετοχή
gotten out of
Παραδείγματα
He got out of the habit of exercising regularly.
Ξέφυγε από τη συνήθεια της τακτικής άσκησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store