Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get out of
01
ξεφεύγω από, αποφεύγω
to escape a responsibility
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out of
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get out of
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets out of
ενεστώτα μετοχή
getting out of
απλός αόριστος
got out of
παθητική μετοχή
gotten out of
Παραδείγματα
He always tries to get out of doing his chores.
Πάντα προσπαθεί να ξεφύγει από τις δουλειές του.



























