Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rustle up
01
ετοιμάζω βιαστικά, φτιάχνω στα γρήγορα
to hastily create a meal, typically using whatever ingredients are available
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
rustle
ενεστώτας
rustle up
γ΄ ενικό πρόσωπο
rustles up
ενεστώτα μετοχή
rustling up
απλός αόριστος
rustled up
παθητική μετοχή
rustled up
Παραδείγματα
She managed to rustle up a tasty dessert using just some apples and sugar.
Κατάφερε να ετοιμάσει ένα νόστιμο επιδόρπιο χρησιμοποιώντας μόνο μερικά μήλα και ζάχαρη.



























