to rustle up
ru
ˈrʌ
ra
stle
səl
sēl
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "rustle up"στα αγγλικά

to rustle up
01

ετοιμάζω βιαστικά, φτιάχνω στα γρήγορα

to hastily create a meal, typically using whatever ingredients are available 
to rustle up definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
rustle
ενεστώτας
rustle up
γ΄ ενικό πρόσωπο
rustles up
ενεστώτα μετοχή
rustling up
απλός αόριστος
rustled up
παθητική μετοχή
rustled up
Παραδείγματα
She managed to rustle up a tasty dessert using just some apples and sugar. 

Κατάφερε να ετοιμάσει ένα νόστιμο επιδόρπιο χρησιμοποιώντας μόνο μερικά μήλα και ζάχαρη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store