Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to make a mint
01
βγάζω πολλά λεφτά, κάνω περιουσία
to earn a lot of money
idiom
Παραδείγματα
With his new invention, he is making a mint in the tech industry.
Το εστιατόριο έβγαλε πολλά λεφτά όταν η κριτική έγινε viral.



























