Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aphantasia
01
αφαντασία, κατάσταση όπου ένα άτομο στερείται της ικανότητας να απεικονίζει ή να δημιουργεί νοητικά εικόνες στο μυαλό του
a condition where an individual lacks the ability to visualize or mentally create images in their mind's eye
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
aphantasias
LanGeek



























