to fast forward
fast
ˈfast
fast
for
fɔ:
faw
ward
wəd
vēd
fast-forward

Ορισμός και σημασία του "fast forward"στα αγγλικά

to fast forward
01

γρήγορη προώθηση, παράλειψη μπροστά

to skip ahead in a video or audio recording to get to a later part 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
forward
βασικό ρήμα
fast
ενεστώτας
fast forward
γ΄ ενικό πρόσωπο
fast forwards
ενεστώτα μετοχή
fast forwarding
απλός αόριστος
fast forwarded
παθητική μετοχή
fast forwarded
Παραδείγματα
He fast forwarded the podcast to get to the interview segment. 

Γρήγορα προώθησε το podcast για να φτάσει στο τμήμα της συνέντευξης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store