Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fast forward
01
γρήγορη προώθηση, παράλειψη μπροστά
to skip ahead in a video or audio recording to get to a later part
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
forward
βασικό ρήμα
fast
ενεστώτας
fast forward
γ΄ ενικό πρόσωπο
fast forwards
ενεστώτα μετοχή
fast forwarding
απλός αόριστος
fast forwarded
παθητική μετοχή
fast forwarded
Παραδείγματα
She used the remote to fast forward through the commercials.
Χρησιμοποίησε το τηλεχειριστήριο για να γρηγοροπατήσει τις διαφημίσεις.



























