to fast forward
Pronunciation
/fˈæst fˈoːɹwɚd/
fast-forward

Ορισμός και σημασία του "fast forward"στα αγγλικά

to fast forward
01

γρήγορη προώθηση, παράλειψη μπροστά

to skip ahead in a video or audio recording to get to a later part
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
forward
βασικό ρήμα
fast
ενεστώτας
fast forward
γ΄ ενικό πρόσωπο
fast forwards
ενεστώτα μετοχή
fast forwarding
απλός αόριστος
fast forwarded
παθητική μετοχή
fast forwarded
Παραδείγματα
She used the remote to fast forward through the commercials.
Χρησιμοποίησε το τηλεχειριστήριο για να γρηγοροπατήσει τις διαφημίσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store