Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Happy camper
01
απόλυτα ικανοποιημένος, χαρούμενος και ευχαριστημένος
a person who is very content or satisfied
επιδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
happy campers
Παραδείγματα
Give him a good book and a quiet room, and he's a happy camper.
Δώσ' του ένα καλό βιβλίο κι ένα ήσυχο δωμάτιο και είναι απόλυτα ικανοποιημένος.



























