Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fuel-efficient
01
οικονομικός στην κατανάλωση καυσίμου, αποδοτικός στη χρήση καυσίμου
designed to use less fuel to do the same work
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fuel-efficient
συγκριτικός βαθμός
more fuel-efficient
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The new car model is highly fuel-efficient, saving money on gas.
Το νέο μοντέλο αυτοκινήτου είναι πολύ οικονομικό στη κατανάλωση, εξοικονομώντας χρήματα στη βενζίνη.



























