Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Waymark
01
οδικός δείκτης, σημάδι
a sign that shows the route of a path or trail
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
waymarks
Παραδείγματα
The hikers followed the waymark to stay on the correct trail.
Οι πεζοπόροι ακολούθησαν τον οδικό δείκτη για να παραμείνουν στο σωστό μονοπάτι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
waymark
way
mark



























