personal assistant
per
ˈpɜ:
περ
so
σα
nal
nəl
ναλ
a
ə
α
ssis
sɪs
σισ
tant
tənt
ταντ
PA

Ορισμός και σημασία του "personal assistant"στα αγγλικά

Personal assistant
01

προσωπικός βοηθός, ιδιωτικός γραμματέας

someone hired to provide administrative support and assist with various tasks for an individual or organization 
personal assistant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
personal assistants
Παραδείγματα
As a busy executive, she relied heavily on her personal assistant to manage her schedule and coordinate appointments. 

Ως πολυάσχολη διευθύντρια, βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στον προσωπικό της βοηθό για τη διαχείριση του προγράμματός της και τον συντονισμό των ραντεβού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store