Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
by a nose
01
οριακά, στο νήμα
used to refer to a victory that is achieved only by a small margin
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
She won the race by a nose.
Κέρδισε τον αγώνα οριακά.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
οριακά, στο νήμα
Κέρδισε τον αγώνα οριακά.