Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sarcopenia
01
σαρκοπενία, απώλεια μυϊκής μάζας σχετιζόμενη με την ηλικία
age-related loss of muscle mass, strength, and function, leading to decreased physical performance and increased health risks
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























