Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
class-based
01
βασισμένος σε τάξεις, δομημένος ανά τάξεις
(of a system) organized or structured according to social or economic classes, where individuals are grouped based on their social status, income level, or occupation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The country’s class-based education system often limits opportunities for students from lower-income families.
Το ταξικό εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας συχνά περιορίζει τις ευκαιρίες για μαθητές από οικογένειες με χαμηλό εισόδημα.



























