Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
assisted reproductive technology
/ɐsˈɪstᵻd ɹɪpɹədˈʌktɪv tɛknˈɑːlədʒi/
ART
Assisted reproductive technology
01
τεχνολογία υποβοηθούμενης αναπαραγωγής
medical procedures or interventions that assist individuals or couples in achieving pregnancy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο



























