Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brachioplasty
01
βραχιοπλαστική, χειρουργική επέμβαση για το σχηματισμό των βραχιόνων
a surgical procedure to reshape and contour the upper arms by removing excess skin and fat for cosmetic purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brachioplasties



























