Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Breast implant removal
01
αφαίρεση εμφυτευμάτων μαστού, εγχείρηση αφαίρεσης εμφυτευμάτων στήθους
a surgical procedure to take out breast implants, performed for cosmetic, medical, or other reasons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
breast implant removals
LanGeek



























