Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
breast implant removal
/bɹˈɛst ˈɪmplænt ɹɪmˈuːvəl/
Breast implant removal
01
αφαίρεση εμφυτευμάτων μαστού, εγχείρηση αφαίρεσης εμφυτευμάτων στήθους
a surgical procedure to take out breast implants, performed for cosmetic, medical, or other reasons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
breast implant removals



























