Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Facial implant
01
προσθετικό προσώπου
a surgical procedure that uses artificial materials to enhance or restore facial contours
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
facial implants
LanGeek



























