Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Physical examination
01
σωματική εξέταση, ιατρικός έλεγχος
a health assessment by a professional to evaluate the body for abnormalities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
physical examinations
LanGeek



























