Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
polymerase chain reaction
/pˌɑːlɪmɚɹˈeɪz tʃˈeɪn ɹɪˈækʃən/
PCR
Polymerase chain reaction
01
αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης, ενίσχυση αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης
a laboratory technique used to amplify DNA for various applications in medical diagnostics, genetic testing, and research
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο



























