Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stadiometer
01
σταδιόμετρο, συσκευή μέτρησης ύψους
a medical measuring device used to accurately measure an individual's height or stature in healthcare settings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stadiometers
LanGeek



























