Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Happy ending
01
ευτυχές τέλος, happy end
a conclusion or outcome that brings a sense of happiness, satisfaction, or resolution to a story or situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
happy endings
Παραδείγματα
She was relieved that the difficult project concluded with a happy ending.
Αισθάνθηκε ανακούφιση που το δύσκολο έργο ολοκληρώθηκε με ένα ευτυχές τέλος.



























