Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kick bucket
01
κάδος απορριμμάτων από ανοξείδωτο χάλυβα, δοχείο ιατρικών αποβλήτων από ανοξείδωτο χάλυβα
a stainless steel waste receptacle used in medical settings for the disposal of solid waste during procedures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kick buckets
LanGeek



























