Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to photoshop
01
φωτοσοπιάρω, επεξεργάζομαι με Photoshop
to alter or manipulate an image using Adobe Photoshop or a similar digital editing software
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
photoshop
γ΄ ενικό πρόσωπο
photoshops
ενεστώτα μετοχή
photoshopping
απλός αόριστος
photoshopped
παθητική μετοχή
photoshopped
Παραδείγματα
They photoshopped the logo onto the product image for the online store.
Φωτοσόπαραν το λογότυπο στην εικόνα του προϊόντος για το ηλεκτρονικό κατάστημα.



























