free choice
free
fri:
fri
choice
ʧɔɪs
choys

Ορισμός και σημασία του "free choice"στα αγγλικά

01

ελεύθερη επιλογή, επιλογή ελεύθερη

the freedom to make a decision or choose a course of action without external constraint or influence 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
free choices
Παραδείγματα
The students were given free choice in selecting their research topics. 

Οι μαθητές είχαν ελεύθερη επιλογή στην επιλογή των θεμάτων έρευνάς τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store