Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Free choice
01
ελεύθερη επιλογή, επιλογή ελεύθερη
the freedom to make a decision or choose a course of action without external constraint or influence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The children had free choice in selecting their afternoon activities.
Τα παιδιά είχαν ελεύθερη επιλογή στην επιλογή των απογευματινών τους δραστηριοτήτων.



























