Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Free choice
01
ελεύθερη επιλογή, επιλογή ελεύθερη
the freedom to make a decision or choose a course of action without external constraint or influence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
free choices
Παραδείγματα
The students were given free choice in selecting their research topics.
Οι μαθητές είχαν ελεύθερη επιλογή στην επιλογή των θεμάτων έρευνάς τους.



























