Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-respected
01
πολύ σεβαστός, υψηλής εκτίμησης
(of a person) highly regarded by others and often recognized for their achievements or positive qualities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most well-respected
συγκριτικός βαθμός
more well-respected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His well-respected reputation made him the perfect candidate for the role.
Η πολύ σεβαστή φήμη του τον έκανε τον ιδανικό υποψήφιο για τον ρόλο.



























