Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shallow fry
01
τηγανίζω σε χαμηλή φωτιά, σote
to cook food in a small amount of oil or fat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
fry
βασικό ρήμα
shallow
ενεστώτας
shallow fry
γ΄ ενικό πρόσωπο
shallow fries
ενεστώτα μετοχή
shallow frying
απλός αόριστος
shallow fried
παθητική μετοχή
shallow fried



























