to shallow fry
sha
ˈʃæ
shā
llow
ləʊ
lew
fry
fraɪ
frai

Ορισμός και σημασία του "shallow fry"στα αγγλικά

to shallow fry
01

τηγανίζω σε χαμηλή φωτιά, σote

to cook food in a small amount of oil or fat 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
fry
βασικό ρήμα
shallow
ενεστώτας
shallow fry
γ΄ ενικό πρόσωπο
shallow fries
ενεστώτα μετοχή
shallow frying
απλός αόριστος
shallow fried
παθητική μετοχή
shallow fried
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store