Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Salt spoon
01
κουτάλι αλατιού, μικρό κουτάλι για αλάτι
a small spoon specifically used for serving salt, typically used at the dining table
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
salt spoons
LanGeek



























