to uncheck
un
ʌn
an
check
ˈʧɛk
chek
chequeQuebeclow-techCzech

Ορισμός και σημασία του "uncheck"στα αγγλικά

to uncheck
01

αποεπιλογή, αφαίρεση σημάδι ελέγχου

to undo or remove a previously selected option, typically by removing a checkmark or deselecting a checkbox 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
uncheck
γ΄ ενικό πρόσωπο
unchecks
ενεστώτα μετοχή
unchecking
απλός αόριστος
unchecked
παθητική μετοχή
unchecked
Παραδείγματα
She uncheck the box after changing her mind. 

Αποεπιλέγει το πλαίσιο αφού άλλαξε γνώμη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store