uncheck
un
ʌn
αν
check
ˈʧɛk
τσεκ
/ʌntʃˈɛk/

Ορισμός και σημασία του "uncheck"στα αγγλικά

to uncheck
01

αποεπιλογή, αφαίρεση σημάδι ελέγχου

to undo or remove a previously selected option, typically by removing a checkmark or deselecting a checkbox
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
uncheck
γ΄ ενικό πρόσωπο
unchecks
ενεστώτα μετοχή
unchecking
απλός αόριστος
unchecked
παθητική μετοχή
unchecked
Παραδείγματα
She uncheck the " Remember me " box on the login page.
Αυτή αποεπιλέγει το πλαίσιο "Θυμήσου με" στη σελίδα σύνδεσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store