Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to uncheck
01
αποεπιλογή, αφαίρεση σημάδι ελέγχου
to undo or remove a previously selected option, typically by removing a checkmark or deselecting a checkbox
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
uncheck
γ΄ ενικό πρόσωπο
unchecks
ενεστώτα μετοχή
unchecking
απλός αόριστος
unchecked
παθητική μετοχή
unchecked
Παραδείγματα
She uncheck the box after changing her mind.
Αποεπιλέγει το πλαίσιο αφού άλλαξε γνώμη.
Λεξικό Δέντρο
uncheckable
uncheck
check



























