climbing wall
climb
ˈklaɪm
klaim
ing
ɪng
ing
wall
wɔ:l
vawl

Ορισμός και σημασία του "climbing wall"στα αγγλικά

01

τοίχος αναρρίχησης, αντικριστή πέτρα

a vertical surface that is specially designed to be climbed, often used for sport 
climbing wall definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
climbing walls
Παραδείγματα
The gym has a large indoor climbing wall for training. 

Το γυμναστήριο έχει ένα μεγάλο τοίχο αναρρίχησης σε εσωτερικό χώρο για προπόνηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store