Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Meat jelly
01
ζελέ κρέατος, ασπίκ
* a savory gelatin made with a meat stock or broth, set in a mold to encase other ingredients
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
meat jellies
LanGeek



























