Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chew on
01
σκέφτομαι προσεκτικά, μασάω
to carefully think about something for a while
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
chew
ενεστώτας
chew on
γ΄ ενικό πρόσωπο
chews on
ενεστώτα μετοχή
chewing on
απλός αόριστος
chewed on
παθητική μετοχή
chewed on
Παραδείγματα
Sometimes, it's beneficial to just chew on a problem for a while.
Μερικές φορές, είναι ωφέλιμο απλά να μασάς ένα πρόβλημα για λίγο.



























