jeweller's
jeweller's
ʤu:ələz
jooēlēz

Ορισμός και σημασία του "jeweller's"στα αγγλικά

01

κοσμηματοπωλείο, κοσμηματοπώλης

a shop or a person who makes, sells, and repairs jewellery and watches 
Dialectbritish flagBritish
jeweller's definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jeweller's
Παραδείγματα
She went to the jeweller's to buy a necklace for her mother. 

Πήγε στο κοσμηματοπωλείο για να αγοράσει ένα κολιέ για τη μητέρα της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store