Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Butcher's
01
κρεοπωλείο, χασάπικο
a store that provides a variety of meat, mainly beef, pork, and lamb to customers
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
butcher's
Butcher's (hook)
01
μια ματιά, ένα βλέμμα
(Cockney rhyming slang) a look or glance
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
butcher's hooks



























