butcher's
butcher's
bʊʧəz
μπουτσαζ

Ορισμός και σημασία του "butcher's"στα αγγλικά

01

κρεοπωλείο, χασάπικο

a store that provides a variety of meat, mainly beef, pork, and lamb to customers 
Dialectbritish flagBritish
butcher's definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
butcher's
Παραδείγματα
She stopped by the butcher's to pick up some fresh steaks for dinner. 

Σταμάτησε στο κρεοπωλείο για να πάρει μερικά φρέσκα μπριζόλες για το δείπνο.

butcher's (hook)
butcher's
bʊʧəz
μπουτσαζ
(hook)
hʊk
χουκ
Butcher's (hook)
01

μια ματιά, ένα βλέμμα

(Cockney rhyming slang) a look or glance 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
butcher's hooks
Παραδείγματα
Take a butcher's at this new phone. 

Ρίξε μια ματιά σε αυτό το νέο τηλέφωνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store