open-top
o
əʊ
ew
pen
pən
pēn
top
tɒp
top

Ορισμός και σημασία του "open-top"στα αγγλικά

01

ανοιχτό λεωφορείο, ανοιχτό όχημα

a type of vehicle or container that lacks a roof or has a removable top 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
open-tops
Παραδείγματα
We toured the city in an open-top bus. 

Περιηγηθήκαμε την πόλη με ένα ανοιχτό λεωφορείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store