to jet ski
jet
ʤɛt
jet
ski
ski:
ski

Ορισμός και σημασία του "jet ski"στα αγγλικά

to jet ski
01

κάνω τζετ σκι, οδηγώ τζετ σκι

to ride on water by operating a small, motorized vehicle called a jet ski 
to jet ski definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jet ski
γ΄ ενικό πρόσωπο
jet skis
ενεστώτα μετοχή
jet skiing
απλός αόριστος
jet skied
παθητική μετοχή
jet skied
Παραδείγματα
He loves to jet ski across the lake during the summer weekends. 

Λατρεύει να κάνει τζετ σκι στη λίμνη τα καλοκαιρινά σαββατοκύριακα.

01

τζετ σκι, υδροποδήλατο

a small motorized vehicle that one can ride like a motorcycle on water 
jet ski definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jet skis
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store