Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jet ski
01
κάνω τζετ σκι, οδηγώ τζετ σκι
to ride on water by operating a small, motorized vehicle called a jet ski
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jet ski
γ΄ ενικό πρόσωπο
jet skis
ενεστώτα μετοχή
jet skiing
απλός αόριστος
jet skied
παθητική μετοχή
jet skied
Παραδείγματα
They often jet ski together on the lake, racing each other to the finish line.
Συχνά κάνουν τζετ σκι μαζί στη λίμνη, ανταγωνιζόμενοι ο ένας τον άλλον μέχρι τη γραμμή τερματισμού.
Jet ski
01
τζετ σκι, υδροποδήλατο
a small motorized vehicle that one can ride like a motorcycle on water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jet skis



























