Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spansule
01
spansule, καψούλα παρατεταμένης απελευθέρωσης
an extended-release capsule or tablet that gradually releases medication over an extended period of time, reducing the need for frequent dosing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spansules



























