Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bus shelter
01
στέγη στάσης λεωφορείου, υποστέγωση στάσης λεωφορείου
a structure at a bus stop, providing protection from the weather for passengers waiting for a bus
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bus shelters
Παραδείγματα
The bus shelter was full of people waiting for the rain to stop.
Ο σταθμός λεωφορείων ήταν γεμάτος άτομα που περίμεναν να σταματήσει η βροχή.



























