borsch
borsch
bɔ:ʃ
bawsh
borshchborshbortsch

Ορισμός και σημασία του "borsch"στα αγγλικά

01

μπορς, ρωσική ή πολωνική σούπα που συνήθως περιέχει χυμό παντζαριού ως βάση

a Russian or Polish soup usually containing beet juice as a foundation 
borsch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
borsches

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store