Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Borsh
01
μπορς, σούπα με παντζάρια
a Russian or Polish soup usually containing beet juice as a foundation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
borshes



























