Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pulmonology
01
πνευμονολογία, πνευμονολογία
a medical specialty that deals with diagnosing and treating diseases and conditions related to the lungs and airways, like asthma, COPD, pneumonia, and lung cancer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pulmonologies
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pulmonologist
pulmonology
pulmono



























