Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mint tea
01
τσάι μέντας
a type of tea made from fresh or dried mint leaves steeped in hot water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mint teas
LanGeek



























