Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stroganina
01
στρογκανίνα, ένα παραδοσιακό ρωσικό πιάτο από κατεψυγμένο ωμό ψάρι
a traditional Russian dish made from frozen raw fish, typically salmon or whitefish, thinly sliced and served as a delicacy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stroganinas



























