Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Varenye
01
μαρμελάδα, φρουτοπολτός
a Russian and Ukrainian preserve made from fruit or berries, similar to jam or fruit preserves
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
varenyes



























