cocido
co
kəʊ
kew
ci
ˈsi:
si
do
dəʊ
dew
cozido

Ορισμός και σημασία του "cocido"στα αγγλικά

01

κοσίδο, ένα παραδοσιακό ισπανικό στιφάδο με κρέας

a traditional Spanish stew made with meat, vegetables, and chickpeas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cocidos

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store