Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sunday roast
01
Κυριακάτικο ψητό, παραδοσιακό βρετανικό Κυριακάτικο γεύμα
a traditional British meal typically consisting of roasted meat served with roasted vegetables, gravy, and other accompaniments
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Sunday roasts



























