Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pastilla
01
παστίλια
a Moroccan dish made with layers of thin pastry filled with shredded meat, often chicken or pigeon, almonds, and spices
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pastillas
LanGeek



























