Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shakshouka
01
σακσούκα, αβγά ποσέ σε σάλτσα ντομάτας
a North African and Middle Eastern dish made with poached eggs cooked in a spiced tomato and pepper sauce
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shakshoukas



























